Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απραγματοποίητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό
  2. που δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό
    • Και δε βασανίζομαι κάνοντας ανόητα όνειρα και καλλιεργώντας απραγματοποίητες ελπίδες. (Μάριος Ποντίκας, Η δραπέτευση τροφίμου γηροκομείου)

Ετυμολογία

απραγματοποίητος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπραγματοποίητοςαπραγματοποίητηαπραγματοποίητο
Γενικήαπραγματοποίητουαπραγματοποίητηςαπραγματοποίητου
Αιτιατικήαπραγματοποίητοαπραγματοποίητηαπραγματοποίητο
Κλητικήαπραγματοποίητεαπραγματοποίητηαπραγματοποίητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπραγματοποίητοιαπραγματοποίητεςαπραγματοποίητα
Γενικήαπραγματοποίητωναπραγματοποίητωναπραγματοποίητων
Αιτιατικήαπραγματοποίητουςαπραγματοποίητεςαπραγματοποίητα
Κλητικήαπραγματοποίητοιαπραγματοποίητεςαπραγματοποίητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →