απραγματοποίητος
•
- που δεν έχει πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό
- που δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό
- Και δε βασανίζομαι κάνοντας ανόητα όνειρα και καλλιεργώντας απραγματοποίητες ελπίδες. (Μάριος Ποντίκας, Η δραπέτευση τροφίμου γηροκομείου)
Ετυμολογία
απραγματοποίητος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απραγματοποίητος | απραγματοποίητη | απραγματοποίητο |
| Γενική | απραγματοποίητου | απραγματοποίητης | απραγματοποίητου |
| Αιτιατική | απραγματοποίητο | απραγματοποίητη | απραγματοποίητο |
| Κλητική | απραγματοποίητε | απραγματοποίητη | απραγματοποίητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απραγματοποίητοι | απραγματοποίητες | απραγματοποίητα |
| Γενική | απραγματοποίητων | απραγματοποίητων | απραγματοποίητων |
| Αιτιατική | απραγματοποίητους | απραγματοποίητες | απραγματοποίητα |
| Κλητική | απραγματοποίητοι | απραγματοποίητες | απραγματοποίητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →