απραξία
•
- η αδράνεια, η αεργία Βικιλεξικό
- κάνω τη δουλειά που πρέπει αλλά μου μένουν συχνά ώρες απραξίας
- η έλλειψη εμπορικών συναλλαγών, η στασιμότητα των εργασιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απραξία < αρχαία ελληνική ἀπραξία < ἄπρακτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απραξία | απραξίες |
| Γενική | απραξίας | απραξιών |
| Αιτιατική | απραξία | απραξίες |
| Κλητική | απραξία | απραξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →