απριορισμός
•
- η φιλοσοφική εξέταση των πραγμάτων έχοντας ως γνώμονα κάποια κατασκευασμένα αξιώματα και με αυτά κρίνοντας τον κόσμο, χωρίς την αναθεώρηση τους από την εμπειρία Βικιλεξικό
- ο οικονομικός απριορισμός των αυστριακών οικονομολόγων τους εμποδίζει να αντιληφθούν πως ουσιαστικά ο Κέυνς εισήγαγε την ψυχολογία στην οικονομία και επαφίονται στη διαιώνιση της κόντρας ενός άτυπου μισους μεταξύ Hayek και Κέυνς, δίχως να κοιτάνε τις οικονομετρικές παραμέτρους μοντέλων και δεδομένων που υποστηρίζουν το ορθόν του Κέυνς
- η κατάσταση στην οποια αντιμετωπίζουμε ένα γεγονός η έναν άνθρωπο όταν έχουμε κατασταλάξει εκ των προτέρων μπεϋζιανά Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με την μπεϋζιανή στατιστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απριορισμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απριορισμός | απριορισμοί |
| Γενική | απριορισμού | απριορισμών |
| Αιτιατική | απριορισμό | απριορισμούς |
| Κλητική | απριορισμέ | απριορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →