Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρογύμναστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει προγυμναστεί ή δεν είναι δυνατόν να προγυμναστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απρογύμναστος < α- + προγυμνάζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρογύμναστοςαπρογύμναστηαπρογύμναστο
Γενικήαπρογύμναστουαπρογύμναστηςαπρογύμναστου
Αιτιατικήαπρογύμναστοαπρογύμναστηαπρογύμναστο
Κλητικήαπρογύμναστεαπρογύμναστηαπρογύμναστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρογύμναστοιαπρογύμναστεςαπρογύμναστα
Γενικήαπρογύμναστωναπρογύμναστωναπρογύμναστων
Αιτιατικήαπρογύμναστουςαπρογύμναστεςαπρογύμναστα
Κλητικήαπρογύμναστοιαπρογύμναστεςαπρογύμναστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →