Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρολόγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν έχει προλογίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απρολόγιστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρολόγιστοςαπρολόγιστηαπρολόγιστο
Γενικήαπρολόγιστουαπρολόγιστηςαπρολόγιστου
Αιτιατικήαπρολόγιστοαπρολόγιστηαπρολόγιστο
Κλητικήαπρολόγιστεαπρολόγιστηαπρολόγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρολόγιστοιαπρολόγιστεςαπρολόγιστα
Γενικήαπρολόγιστωναπρολόγιστωναπρολόγιστων
Αιτιατικήαπρολόγιστουςαπρολόγιστεςαπρολόγιστα
Κλητικήαπρολόγιστοιαπρολόγιστεςαπρολόγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →