Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροπαγάνδιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει προπαγανδίσει Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει προπαγανδιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροπαγάνδιστος < α- + προπαγανδίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροπαγάνδιστοςαπροπαγάνδιστηαπροπαγάνδιστο
Γενικήαπροπαγάνδιστουαπροπαγάνδιστηςαπροπαγάνδιστου
Αιτιατικήαπροπαγάνδιστοαπροπαγάνδιστηαπροπαγάνδιστο
Κλητικήαπροπαγάνδιστεαπροπαγάνδιστηαπροπαγάνδιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροπαγάνδιστοιαπροπαγάνδιστεςαπροπαγάνδιστα
Γενικήαπροπαγάνδιστωναπροπαγάνδιστωναπροπαγάνδιστων
Αιτιατικήαπροπαγάνδιστουςαπροπαγάνδιστεςαπροπαγάνδιστα
Κλητικήαπροπαγάνδιστοιαπροπαγάνδιστεςαπροπαγάνδιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →