Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροπαρασκεύαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει προπαρασκευαστεί ή δεν μπορεί να προπαρασκευαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροπαρασκεύαστος < α- + προπαρασκευάζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροπαρασκεύαστοςαπροπαρασκεύαστηαπροπαρασκεύαστο
Γενικήαπροπαρασκεύαστουαπροπαρασκεύαστηςαπροπαρασκεύαστου
Αιτιατικήαπροπαρασκεύαστοαπροπαρασκεύαστηαπροπαρασκεύαστο
Κλητικήαπροπαρασκεύαστεαπροπαρασκεύαστηαπροπαρασκεύαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροπαρασκεύαστοιαπροπαρασκεύαστεςαπροπαρασκεύαστα
Γενικήαπροπαρασκεύαστωναπροπαρασκεύαστωναπροπαρασκεύαστων
Αιτιατικήαπροπαρασκεύαστουςαπροπαρασκεύαστεςαπροπαρασκεύαστα
Κλητικήαπροπαρασκεύαστοιαπροπαρασκεύαστεςαπροπαρασκεύαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →