απροσαρμοστία
•
- λόγιοτο να μην μπορεί κάποιος να προσαρμοστεί, η ιδιότητα του απροσάρμοστου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απροσαρμοστία < απροσάρμοστος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απροσαρμοστία | απροσαρμοστίες |
| Γενική | απροσαρμοστίας | απροσαρμοστιών |
| Αιτιατική | απροσαρμοστία | απροσαρμοστίες |
| Κλητική | απροσαρμοστία | απροσαρμοστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →