απροσεξία
•
- η έλλειψη προσοχής, συγκέντρωσης στο έργο που έχει κάποιος να εκτελέσει Βικιλεξικό
- η ενέργεια που γίνεται χωρίς την απαιτούμενη προσοχή Βικιλεξικό
- μια απροσεξία στην οδήγηση του στοίχισε τη ζωή
Ετυμολογία
απροσεξία < α- στερητικό + προσέχω (μέλλοντας: προσέξω)) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απροσεξία | απροσεξίες |
| Γενική | απροσεξίας | απροσεξιών |
| Αιτιατική | απροσεξία | απροσεξίες |
| Κλητική | απροσεξία | απροσεξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →