Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροστάτευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι προστατευμένος, που είναι χωρίς προστασία, εκτεθειμένος, ευάλωτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροστάτευτος < (ελληνιστική κοινή) ἀπροστάτευτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροστάτευτοςαπροστάτευτηαπροστάτευτο
Γενικήαπροστάτευτουαπροστάτευτηςαπροστάτευτου
Αιτιατικήαπροστάτευτοαπροστάτευτηαπροστάτευτο
Κλητικήαπροστάτευτεαπροστάτευτηαπροστάτευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροστάτευτοιαπροστάτευτεςαπροστάτευτα
Γενικήαπροστάτευτωναπροστάτευτωναπροστάτευτων
Αιτιατικήαπροστάτευτουςαπροστάτευτεςαπροστάτευτα
Κλητικήαπροστάτευτοιαπροστάτευτεςαπροστάτευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →