Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροσχημάτιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ειλικρινής, που δεν προσπαθεί να συγκαλύψει με προσχήματα τις ενέργειές του, ο κατάφωρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροσχημάτιστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσχημάτιστοςαπροσχημάτιστηαπροσχημάτιστο
Γενικήαπροσχημάτιστουαπροσχημάτιστηςαπροσχημάτιστου
Αιτιατικήαπροσχημάτιστοαπροσχημάτιστηαπροσχημάτιστο
Κλητικήαπροσχημάτιστεαπροσχημάτιστηαπροσχημάτιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσχημάτιστοιαπροσχημάτιστεςαπροσχημάτιστα
Γενικήαπροσχημάτιστωναπροσχημάτιστωναπροσχημάτιστων
Αιτιατικήαπροσχημάτιστουςαπροσχημάτιστεςαπροσχημάτιστα
Κλητικήαπροσχημάτιστοιαπροσχημάτιστεςαπροσχημάτιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →