απροόριστος
•
- λόγιοπου δεν έχει (θεμιτό, σωστό ή ξεκάθαρο) προορισμό Βικιλεξικό
- Τέτοιες φήμες βασίζονται πάντα σε ένα κλίμα γενικευμένης αποδοχής της θεωρίας της συνωμοσίας. Και η θεωρία αυτή γίνεται πιστευτή ακριβώς όταν δεν συλλαμβάνεται ο απρόσωπος και απροόριστος χαρακτήρας της κοινωνίας η οποία είναι ανοιχτή και της αγοράς όταν αυτή λειτουργεί πράγματι ως αγορά. (Εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)
Ετυμολογία
απροόριστος < α- + προορίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απροόριστος | απροόριστη | απροόριστο |
| Γενική | απροόριστου | απροόριστης | απροόριστου |
| Αιτιατική | απροόριστο | απροόριστη | απροόριστο |
| Κλητική | απροόριστε | απροόριστη | απροόριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απροόριστοι | απροόριστες | απροόριστα |
| Γενική | απροόριστων | απροόριστων | απροόριστων |
| Αιτιατική | απροόριστους | απροόριστες | απροόριστα |
| Κλητική | απροόριστοι | απροόριστες | απροόριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →