Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρόβλεπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να προβλεφθεί Βικιλεξικό
    • Δε μιλούσε κανείς. Ο Ματίας κούρνιαζε κάτω από το κουβούκλιο κυριευμένος από μια εσωτερική, ακαταστάλακτη ταραχή. Ο κύρης του έδειχνε απρόβλεπτος, κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού θα τους έσερνε εκείνο το βράδυ στο μεθύσι του. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

απρόβλεπτος < α- στερητικό + προβλεπτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόβλεπτοςαπρόβλεπτηαπρόβλεπτο
Γενικήαπρόβλεπτουαπρόβλεπτηςαπρόβλεπτου
Αιτιατικήαπρόβλεπτοαπρόβλεπτηαπρόβλεπτο
Κλητικήαπρόβλεπτεαπρόβλεπτηαπρόβλεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόβλεπτοιαπρόβλεπτεςαπρόβλεπτα
Γενικήαπρόβλεπτωναπρόβλεπτωναπρόβλεπτων
Αιτιατικήαπρόβλεπτουςαπρόβλεπτεςαπρόβλεπτα
Κλητικήαπρόβλεπτοιαπρόβλεπτεςαπρόβλεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →