Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρόθετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικάεκφερόμενο χωρίς πρόθεση Βικιλεξικό
  2. χωρίς κάποια πρόθεση, που δεν αποσκοπεί στην επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου σκοπού Βικιλεξικό
    • απρόθετη δράση

Ετυμολογία

απρόθετος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόθετοςαπρόθετηαπρόθετο
Γενικήαπρόθετουαπρόθετηςαπρόθετου
Αιτιατικήαπρόθετοαπρόθετηαπρόθετο
Κλητικήαπρόθετεαπρόθετηαπρόθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόθετοιαπρόθετεςαπρόθετα
Γενικήαπρόθετωναπρόθετωναπρόθετων
Αιτιατικήαπρόθετουςαπρόθετεςαπρόθετα
Κλητικήαπρόθετοιαπρόθετεςαπρόθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →