απρόσβλητος
•
- που δεν μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απρόσβλητος < α- στερητικό + προσβάλλω (παθ.αόρ. προσβλή-θηκα) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απρόσβλητος | απρόσβλητη | απρόσβλητο |
| Γενική | απρόσβλητου | απρόσβλητης | απρόσβλητου |
| Αιτιατική | απρόσβλητο | απρόσβλητη | απρόσβλητο |
| Κλητική | απρόσβλητε | απρόσβλητη | απρόσβλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απρόσβλητοι | απρόσβλητες | απρόσβλητα |
| Γενική | απρόσβλητων | απρόσβλητων | απρόσβλητων |
| Αιτιατική | απρόσβλητους | απρόσβλητες | απρόσβλητα |
| Κλητική | απρόσβλητοι | απρόσβλητες | απρόσβλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →