Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αφή ή αναφέρεται στην αφή Βικιλεξικό
    • Μια απτική διαδρομή για τα τυφλά άτομα σχεδιάστηκε νωρίς στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. (*)

Ετυμολογία

απτικός < αρχαία ελληνική ἁπτικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tactile)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπτικόςαπτικήαπτικό
Γενικήαπτικούαπτικήςαπτικού
Αιτιατικήαπτικόαπτικήαπτικό
Κλητικήαπτικέαπτικήαπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπτικοίαπτικέςαπτικά
Γενικήαπτικώναπτικώναπτικών
Αιτιατικήαπτικούςαπτικέςαπτικά
Κλητικήαπτικοίαπτικέςαπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →