από καταβολής κόσμου
•
- κυριολεκτικάαπό τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος Βικιλεξικό
- πάντα, ανέκαθεν από παμπάλαιες εποχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
από καταβολής κόσμου < από, γενική των ουσιαστικών καταβολή & κόσμος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →