από μηχανής θεός
•
- θέατροθεϊκό πρόσωπο που εμφανίζεται στο τέλος του έργου για να δώσει λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η δράση· για να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά, χρησιμοποιούνταν ένας ξύλινος γερανός (μηχανή) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπρόσμενος σωτήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
από μηχανής θεός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπὸ μηχανῆς θεός → δείτε τις λέξεις από, μηχανή και θεός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | από μηχανής θεός | από μηχανής θεοί |
| Γενική | από μηχανής θεού | από μηχανής θεών |
| Αιτιατική | από μηχανής θεό | από μηχανής θεούς |
| Κλητική | από μηχανής θεέ | από μηχανής θεοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →