από στήθους
•
- λόγιομε απομνημόνευση, με αποστήθιση Βικιλεξικό
- Ήξερε την Αποκάλυψη από στήθους. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
Ετυμολογία
από στήθους < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπὸ στήθους, έκφραση του (Σωκράτης ὁ Σχολαστικός (Socrates Scholasticus) - δείτε στο ἀπὸ στήθους για περισσότερα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →