απόβλητος
•
- που αποβλήθηκε, που απομακρύνθηκε, που εκδιώχθηκε Βικιλεξικό
- Το σχήμα αυτό μετέτρεψε τον «ελέω Θεού» μονάρχη σε «αντικείμενο του ελέους» των ανώτατων κληρικών, αφού αυτοί είναι σε θέση να κηρύξουν τον μονάρχη επίορκο και απόβλητο από την Εκκλησία του Χριστού, δηλαδή από την κοινωνία των χριστιανών αρχόντων, κατάσταση η οποία δικαιολογούσε την εχθροπραξία σε βάρος του. (Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Η έννοια της Κυβέρνησης, εκδ. Π. Ν. Σάκκουλας, 2019, σελ. 29)
Ετυμολογία
απόβλητος < αρχαία ελληνική ἀπόβλητος < ἀποβάλλω < ἀπό + βάλλω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόβλητος | απόβλητη | απόβλητο |
| Γενική | απόβλητου | απόβλητης | απόβλητου |
| Αιτιατική | απόβλητο | απόβλητη | απόβλητο |
| Κλητική | απόβλητε | απόβλητη | απόβλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόβλητοι | απόβλητες | απόβλητα |
| Γενική | απόβλητων | απόβλητων | απόβλητων |
| Αιτιατική | απόβλητους | απόβλητες | απόβλητα |
| Κλητική | απόβλητοι | απόβλητες | απόβλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →