απόγειος αύρα
•
- άνεμοςo άνεμος που πνέει από τη στεριά προς τη θάλασσα κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες Βικιλεξικό
- Είναι η πρώτη ώρα που αρχίζει η βραδινή δροσιά, η απόγειος αύρα, που ευφραίνει, που καταπραΰνει και που μαλακώνει τα πάντα. (Μαργαρίτα Πουρναρά, Ανδρος: Η ελληνική βεγγέρα του θέρους, εφημερίδα Καθημερινή, 17 Σεπτεμβρίου 2016)
Ετυμολογία
απόγειος αύρα < → δείτε τις λέξεις απόγειος και αύρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόγειος αύρα | απόγειες αύρες |
| Γενική | απογείου αύρας | απογείων αυρών |
| Αιτιατική | απόγειο αύρα | απόγειες αύρες |
| Κλητική | απόγειε αύρα | απόγειες αύρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →