Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόγειος αύρα

/aˈpo.ʝi.os ˈa.vɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άνεμοςo άνεμος που πνέει από τη στεριά προς τη θάλασσα κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες Βικιλεξικό
    • Είναι η πρώτη ώρα που αρχίζει η βραδινή δροσιά, η απόγειος αύρα, που ευφραίνει, που καταπραΰνει και που μαλακώνει τα πάντα. (Μαργαρίτα Πουρναρά, Ανδρος: Η ελληνική βεγγέρα του θέρους, εφημερίδα Καθημερινή, 17 Σεπτεμβρίου 2016)

Ετυμολογία

απόγειος αύρα < → δείτε τις λέξεις απόγειος και αύρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόγειος αύρααπόγειες αύρες
Γενικήαπογείου αύραςαπογείων αυρών
Αιτιατικήαπόγειο αύρααπόγειες αύρες
Κλητικήαπόγειε αύρααπόγειες αύρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →