απόδειπνο
•
- θρησκείαεκκλησιαστική ακολουθία που τελείται μετά από το δείπνο (σε ναούς ή οπουδήποτε) Βικιλεξικό
- Μετά το απόδειπνο και πριν από τον ερχομό της νύχτας, οι δουλειές στο μοναστήρι σταματούσαν. (Ισίδωρος Ζουργός (2014) Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο [μυθιστόρημα])
- Υπώνυμα: Μικρό Απόδειπνο, Μέγα Απόδειπνο
- άλλες μορφές: (παρωχημένο) (ποιητικός τύπος ) απόδειπνος
- ο χρόνος μετά το δείπνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόδειπνο < μεσαιωνική ελληνική ἀπόδειπνον < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό + αρχαία ελληνική δεῖπνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόδειπνο | απόδειπνα |
| Γενική | αποδείπνου / απόδειπνου | αποδείπνων / απόδειπνων |
| Αιτιατική | απόδειπνο | απόδειπνα |
| Κλητική | απόδειπνο | απόδειπνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →