απόδραση
•
- η δραπέτευση (φυλακισμένων, αιχμαλώτων κ.λπ.) Βικιλεξικό
- μεταφορικάη (προσωρινή) φυγή απ’ τα συνηθισμένα, οι ολιγοήμερες διακοπές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόδραση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδρα(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόδραση | αποδράσεις |
| Γενική | απόδρασης | αποδράσεων |
| Αιτιατική | απόδραση | αποδράσεις |
| Κλητική | απόδραση | αποδράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →