απόειδα
•
- στη φράση «είδα κι απόειδα»: ύστερα από επανειλημμένες και άκαρπες προσπάθειες, κάποιος χάνει την υπομονή του και παραιτείται ή αλλάζει στάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόειδα < απο- + είδα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →