απόζευξη
•
- ηλεκτρολογίαη αποσύνδεση ενός ηλεκτρικού κυκλώματος, ώστε να υπάρξει διακοπή ρεύματος Βικιλεξικό
- λόγιοτο λύσιμο ενός ζώου από ζυγό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόζευξη < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόζευξη | αποζεύξεις |
| Γενική | απόζευξης | αποζεύξεων |
| Αιτιατική | απόζευξη | αποζεύξεις |
| Κλητική | απόζευξη | αποζεύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →