απόζω
•
- αμετάβατοαναδίδω βαριά οσμή, βρομάω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόζω < ἀπό (απ-) + αρχαία ελληνική ὄζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
απόζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόζω < ἀπό (απ-) + αρχαία ελληνική ὄζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
αποζώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποζῶ / ἀποζάω (αρχαία σημασία: ζω από κάτι)
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποζώ | αποζείς | αποζεί | αποζούμε | αποζείτε | αποζούν / αποζούνε |
| Παρατατικός | αποζούσα | αποζούσες | αποζούσε | αποζούσαμε | αποζούσατε | αποζούσαν / αποζούσανε |
| Αόριστος | απόζησα | απόζησες | απόζησε | αποζήσαμε | αποζήσατε | αποζήσαν / αποζήσανε / απόζησαν |
| Μέλλοντας | θα αποζήσω / θα αποζώ | θα αποζήσεις / θα αποζείς | θα αποζήσει / θα αποζεί | θα αποζήσουμε / θα αποζούμε | θα αποζήσετε / θα αποζείτε | θα αποζήσουν / θα αποζήσουνε / θα αποζούν / θα αποζούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποζήσει | έχεις αποζήσει | έχει αποζήσει | έχουμε αποζήσει | έχετε αποζήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποζήσει | είχες αποζήσει | είχε αποζήσει | είχαμε αποζήσει | είχατε αποζήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποζήσει / να αποζήσω / να αποζώ | να έχεις αποζήσει / να αποζήσεις / να αποζείς | να έχει αποζήσει / να αποζήσει / να αποζεί | να έχουμε αποζήσει / να αποζήσουμε / να αποζούμε | να έχετε αποζήσει / να αποζήσετε / να αποζείτε | να αποζήσουν / να αποζήσουνε / να αποζούν / να αποζούνε |
| Προστακτική | — | απόζησε | — | — | αποζήστε / αποζείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →