Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόκεντρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι μακριά από το κέντρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόκεντρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόκεντρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόκεντροςαπόκεντρηαπόκεντρο
Γενικήαπόκεντρουαπόκεντρηςαπόκεντρου
Αιτιατικήαπόκεντροαπόκεντρηαπόκεντρο
Κλητικήαπόκεντρεαπόκεντρηαπόκεντρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόκεντροιαπόκεντρεςαπόκεντρα
Γενικήαπόκεντρωναπόκεντρωναπόκεντρων
Αιτιατικήαπόκεντρουςαπόκεντρεςαπόκεντρα
Κλητικήαπόκεντροιαπόκεντρεςαπόκεντρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →