Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόκλιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση, κατεύθυνση ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • η διαφορά ενός στοιχείου από το αρχικώς επιδιωκόμενο
    • η διαφορά μεταξύ δύο στοιχείων που αποκλίνουν
  2. μαθηματικάστατιστικός όρος που προσδιορίζει διάφορες αριθμητικές στατιστικές αποκλίσεις (1) Βικιλεξικό
  3. αστρονομίαείναι η γωνιώδης απόσταση του ίχνους ενός άστρου (της θέσης του κατά την παρατήρηση) από τον ουράνιο ισημερινό και συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δέλτα (δ) Βικιλεξικό
  4. γεωγραφίαη γωνία που σχηματίζεται στο χάρτη από την κάθετο προς τον βορρά (όπως φαίνεται στο χάρτη) με την ευθεία προς τον πραγματικό γεωγραφικό βορρά Βικιλεξικό
  5. μαγνητισμόςη γωνία που σχηματίζεται μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού γεωγραφικού βορρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόκλιση < (ελληνιστική κοινή) ἀπόκλισις < ἀπό + κλίσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόκλισηαποκλίσεις
Γενικήαπόκλισηςαποκλίσεων
Αιτιατικήαπόκλισηαποκλίσεις
Κλητικήαπόκλισηαποκλίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →