απόκρημνος
•
- που έχει γκρεμούς ή είναι γενικά τόπος απότομος και δύσβατος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόκρημνος < αρχαία ελληνική ἀπόκρημνος < ἀπό + κρημνός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόκρημνος | απόκρημνη | απόκρημνο |
| Γενική | απόκρημνου | απόκρημνης | απόκρημνου |
| Αιτιατική | απόκρημνο | απόκρημνη | απόκρημνο |
| Κλητική | απόκρημνε | απόκρημνη | απόκρημνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόκρημνοι | απόκρημνες | απόκρημνα |
| Γενική | απόκρημνων | απόκρημνων | απόκρημνων |
| Αιτιατική | απόκρημνους | απόκρημνες | απόκρημνα |
| Κλητική | απόκρημνοι | απόκρημνες | απόκρημνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →