απόκρυφα
•
- οι μυστικοί ή κρυμμένοι τόποι Βικιλεξικό
- τα κρυφά σημεία και οι μυστικές λεπτομέρειες Βικιλεξικό
- θρησκείατα Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία, ψευδεπίγραφα αρχαία κείμενα αποκλεισμένα από τον Κανόνα Βικιλεξικό
- γενικότεραμη αποδεκτά δεδομένα, βιβλία ή κείμενα από κάποια αρχή ως επίσημα ή αυθεντικά είτε ως προς την χρονολογία και τους συγγραφείς, είτε ιδεολογικά/νοηματικά Βικιλεξικό
- ευφημισμόςτα απόκρυφα (μέρη, σημεία) του σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόκρυφα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου απόκρυφος στον πληθυντικό < αρχαία ελληνική ἀπόκρυφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόκρυφα | απόκρυφα |
| Γενική | — | αποκρύφων |
| Αιτιατική | — | απόκρυφα |
| Κλητική | — | απόκρυφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →