Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόλεμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πολέμησε Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει πείρα από πόλεμο Βικιλεξικό
  3. που δεν είναι κατάλληλος για πόλεμο Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηφιλειρηνικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόλεμος < αρχαία ελληνική ἀπόλεμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόλεμοςαπόλεμηαπόλεμο
Γενικήαπόλεμουαπόλεμηςαπόλεμου
Αιτιατικήαπόλεμοαπόλεμηαπόλεμο
Κλητικήαπόλεμεαπόλεμηαπόλεμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόλεμοιαπόλεμεςαπόλεμα
Γενικήαπόλεμωναπόλεμωναπόλεμων
Αιτιατικήαπόλεμουςαπόλεμεςαπόλεμα
Κλητικήαπόλεμοιαπόλεμεςαπόλεμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →