απόμακτρο
•
- λόγιοπανί καθαρισμού, σπόγγος Βικιλεξικό
- η απομάκτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόμακτρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόμακτρον (σκυτάλη ισιώματος του σιταριού) < ἀπομάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόμακτρο | απόμακτρα |
| Γενική | απόμακτρου | απόμακτρων |
| Αιτιατική | απόμακτρο | απόμακτρα |
| Κλητική | απόμακτρο | απόμακτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →