Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόμαχος

/aˈpo.ma.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. απόστρατος, βετεράνος, παλαίμαχος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο ηλικιωμένος, που έχει πια αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία ή επαγγελματική ζωή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόμαχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόμαχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόμαχοςαπόμαχηαπόμαχο
Γενικήαπόμαχουαπόμαχηςαπόμαχου
Αιτιατικήαπόμαχοαπόμαχηαπόμαχο
Κλητικήαπόμαχεαπόμαχηαπόμαχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόμαχοιαπόμαχεςαπόμαχα
Γενικήαπόμαχωναπόμαχωναπόμαχων
Αιτιατικήαπόμαχουςαπόμαχεςαπόμαχα
Κλητικήαπόμαχοιαπόμαχεςαπόμαχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →