απόνερα
•
- τα βρομόνερα που απομένουν μετά από την μπουγάδα ή το πλύσιμο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητα βρομόνερα, τα (υγρά) απόβλητα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη αύλακα νερού, τα κύματα και τα αφρόνερα που σχηματίζονται πίσω από ένα πλοίο που πλέει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόνερα < πληθυντικός αριθμός του απόνερο < από- + νερό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόνερο | απόνερα |
| Γενική | απόνερου | απόνερων |
| Αιτιατική | απόνερο | απόνερα |
| Κλητική | απόνερο | απόνερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →