Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόνερα

/aˈpo.ne.ɾa/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τα βρομόνερα που απομένουν μετά από την μπουγάδα ή το πλύσιμο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητα βρομόνερα, τα (υγρά) απόβλητα Βικιλεξικό
  3. ναυτικός όροςη αύλακα νερού, τα κύματα και τα αφρόνερα που σχηματίζονται πίσω από ένα πλοίο που πλέει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόνερα < πληθυντικός αριθμός του απόνερο < από- + νερό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόνεροαπόνερα
Γενικήαπόνερουαπόνερων
Αιτιατικήαπόνεροαπόνερα
Κλητικήαπόνεροαπόνερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →