απόνηρος
•
- ο απονήρευτος Βικιλεξικό
- Το μικρό παιδί κοιτούσε τον κόσμο με απόνηρα μάτια, γεμάτα περιέργεια και θαυμασμό.
Ετυμολογία
απόνηρος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόνηρος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + πονηρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόνηρος | απόνηρη | απόνηρο |
| Γενική | απόνηρου | απόνηρης | απόνηρου |
| Αιτιατική | απόνηρο | απόνηρη | απόνηρο |
| Κλητική | απόνηρε | απόνηρη | απόνηρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόνηροι | απόνηρες | απόνηρα |
| Γενική | απόνηρων | απόνηρων | απόνηρων |
| Αιτιατική | απόνηρους | απόνηρες | απόνηρα |
| Κλητική | απόνηροι | απόνηρες | απόνηρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →