Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόνηρος

/aˈpo.ni.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο απονήρευτος Βικιλεξικό
    • Το μικρό παιδί κοιτούσε τον κόσμο με απόνηρα μάτια, γεμάτα περιέργεια και θαυμασμό.

Ετυμολογία

απόνηρος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόνηρος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + πονηρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόνηροςαπόνηρηαπόνηρο
Γενικήαπόνηρουαπόνηρηςαπόνηρου
Αιτιατικήαπόνηροαπόνηρηαπόνηρο
Κλητικήαπόνηρεαπόνηρηαπόνηρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόνηροιαπόνηρεςαπόνηρα
Γενικήαπόνηρωναπόνηρωναπόνηρων
Αιτιατικήαπόνηρουςαπόνηρεςαπόνηρα
Κλητικήαπόνηροιαπόνηρεςαπόνηρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →