απόξεση
•
- ιατρικήη απομάκρυνση, με ειδικό εργαλείο, τμημάτων από κάποιο όργανο Βικιλεξικό
- ιατρικήη έκτρωση με απόξεση (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόξεση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόξεση | αποξέσεις |
| Γενική | απόξεσης | αποξέσεων |
| Αιτιατική | απόξεση | αποξέσεις |
| Κλητική | απόξεση | αποξέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →