Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόξυλα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υπολείμματα ή κομμάτια ξύλων που είναι πεταγμένα εδώ κι εκεί Βικιλεξικό
    • Μπαίνοντας στο Στάδιο, η εικόνα ήταν τραγική! Κόσμος που έβαφε, μοκέτες τυλιγμένες δώθε–κείθε, ρετάλια υφάσματος πεταμένα καταγής, ροκανίδια, απόξυλα και ξέφτια, τρίμματα πλαστικού, πώματα και μπουκάλια! (εφ. Καθημερινή, 03.08.2004)

Ετυμολογία

απόξυλα < απο- + ξύλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόξυλααπόξυλα
Γενική—αποξύλων / απόξυλων
Αιτιατική—απόξυλα
Κλητική—απόξυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →