απόπλυμα
•
- ξέπλυμα, απόνερο, ιδίως από απόβλητα Βικιλεξικό
- αποπλύματα δεξαμενών πλοίων
- Στα μικρά χοιροστάσια τα γουρούνια γρυλίζανε ανασκαλεύοντας τα λασπιάρικα αποπλύματα και τα σκουπίδια.
Ετυμολογία
απόπλυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόπλυμα. Μορφολογικά αναλύεται σε από- στερητικό + πλύμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόπλυμα | αποπλύματα |
| Γενική | αποπλύματος | αποπλυμάτων |
| Αιτιατική | απόπλυμα | αποπλύματα |
| Κλητική | απόπλυμα | αποπλύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →