Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόπλυμα

/aˈpo.pli.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ξέπλυμα, απόνερο, ιδίως από απόβλητα Βικιλεξικό
    • αποπλύματα δεξαμενών πλοίων
    • Στα μικρά χοιροστάσια τα γουρούνια γρυλίζανε ανασκαλεύοντας τα λασπιάρικα αποπλύματα και τα σκουπίδια.

Ετυμολογία

απόπλυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόπλυμα. Μορφολογικά αναλύεται σε από- στερητικό + πλύμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόπλυμααποπλύματα
Γενικήαποπλύματοςαποπλυμάτων
Αιτιατικήαπόπλυμααποπλύματα
Κλητικήαπόπλυμααποπλύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →