απόρροια
•
- το αποτέλεσμα, το επακόλουθο, η εκροή, η συνέπεια συγκεκριμένου αιτίου Βικιλεξικό
- Η επιτυχία του είναι απόρροια σκληρής δουλειάς.
Ετυμολογία
απόρροια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόρροια < ἀπορρέω < ἀπό (από-) + ῥέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόρροια | απόρροιες |
| Γενική | απόρροιας | απορροιών |
| Αιτιατική | απόρροια | απόρροιες |
| Κλητική | απόρροια | απόρροιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →