απόσταξη
•
- η διαδικασία διαχωρισμού ενός συστατικού από κάποιο μείγμα, η οποία χρησιμοποιεί το βρασμό και στηρίζεται στη διαφορετική θερμοκρασία υγροποίησης των συστατικών του μείγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόσταξη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀποστάζω < ἀπό + στάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσταξη | αποστάξεις |
| Γενική | απόσταξης | αποστάξεων |
| Αιτιατική | απόσταξη | αποστάξεις |
| Κλητική | απόσταξη | αποστάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →