απόστιχο
•
- βυζαντινή μουσικήτροπάριο ψαλλόμενο προς το τέλος του εσπερινού ή του όρθρου, συνοδευόμενο από στίχους των Ψαλμών, λειτουργώντας τρόπον τινά ως κατακλείδα της ακολουθίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόστιχο < μεσαιωνική ελληνική ἀπόστιχον < αρχαία ελληνική ἀπό + στίχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόστιχο | απόστιχα |
| Γενική | αποστίχου / απόστιχου | αποστίχων / απόστιχων |
| Αιτιατική | απόστιχο | απόστιχα |
| Κλητική | απόστιχο | απόστιχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →