απότμημα
•
- καθαρεύουσα: ἀπότμημαοτιδήποτε έχει κοπεί Βικιλεξικό
- αρχαιολογίαθραύσμα (από άγαλμα, αγγείο κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απότμημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπότμημα < αρχαία ελληνική ἀποτέμνω < ἀπό + τέμνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απότμημα | αποτμήματα |
| Γενική | αποτμήματος | αποτμημάτων |
| Αιτιατική | απότμημα | αποτμήματα |
| Κλητική | απότμημα | αποτμήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →