απόφυση
•
- ανατομίαοποιαδήποτε προεκβολή από το σώμα οποιουδήποτε ζώου, π.χ. άκρα, ουρά, κεραίες κ.λπ. φυσιολογικό, μη ανώμαλο εξόγκωμα οστού ή οργάνου του σώματος Βικιλεξικό
- σκωληκοειδής απόφυση, στυλοειδής απόφυση της ωλένης
Ετυμολογία
απόφυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόφυσις < ἀποφύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόφυση | αποφύσεις |
| Γενική | απόφυσης | αποφύσεων |
| Αιτιατική | απόφυση | αποφύσεις |
| Κλητική | απόφυση | αποφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →