απόχρεμψη
•
- ιατρικήό,τι αποβάλλεται με το βήχα από τα πνευμόνια, τους βρόγχους και το σχετικό σύστημα καθώς και η διαδικασία αυτή της αποβολής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόχρεμψη < αρχαία ελληνική ἀπόχρεμψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόχρεμψη | αποχρέμψεις |
| Γενική | απόχρεμψης | αποχρέμψεων |
| Αιτιατική | απόχρεμψη | αποχρέμψεις |
| Κλητική | απόχρεμψη | αποχρέμψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →