απόχρωση
•
- μια διαφορετική παραλλαγή ενός χρώματος, που εξαρτάται από το μήκος κύματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας του φωτός Βικιλεξικό
- Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)
- μεταφορικάμικρή διαφορά ή παραλλαγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόχρωση < (ελληνιστική κοινή) < ἀποχρώννυμι < ἀπό + χρώννυμι / χρωννύω < αρχαία ελληνική χρῴζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʰrēw- (αλέθω, τρίβω) *gʰer- (τρίβω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coloration)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόχρωση | αποχρώσεις |
| Γενική | απόχρωσης | αποχρώσεων |
| Αιτιατική | απόχρωση | αποχρώσεις |
| Κλητική | απόχρωση | αποχρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →