απόχυση
•
- χημείαχημική τεχνική κατά την οποία διαχωρίζεται το υγρό από το στερεό τμήμα ενός μείγματος, αφήνοντας το στερεό να καθιζάνει και αφαιρώντας προσεκτικά το υπερκείμενο υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόχυση < ελληνιστική κοινή ἀπόχυσις < αρχαία ελληνική ἀποχέω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική décantation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόχυση | αποχύσεις |
| Γενική | απόχυσης | αποχύσεων |
| Αιτιατική | απόχυση | αποχύσεις |
| Κλητική | απόχυση | αποχύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →