απόψυξη
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποψύχω Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποψύχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόψυξη < αποψύχω, απο-ψυκ- + -σις > -ξις > -ξη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décongelation και από την αγγλική defrosting. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀπόψυξις (πάγωμα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόψυξη | αποψύξεις |
| Γενική | απόψυξης | αποψύξεων |
| Αιτιατική | απόψυξη | αποψύξεις |
| Κλητική | απόψυξη | αποψύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →