Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόψυξη

/aˈpo.psi.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποψύχω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποψύχω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόψυξη < αποψύχω, απο-ψυκ- + -σις > -ξις > -ξη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décongelation και από την αγγλική defrosting. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀπόψυξις (πάγωμα).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόψυξηαποψύξεις
Γενικήαπόψυξηςαποψύξεων
Αιτιατικήαπόψυξηαποψύξεις
Κλητικήαπόψυξηαποψύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →