Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απύθμενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός αντικειμένου με μεγάλο βάθος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαρακτηρισμός μεγάλης έντασης μιας έννοιας, συχνά με αρνητικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
    • Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
    • τον χαρακτήριζε μια απύθμενη βλακεία

Ετυμολογία

απύθμενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπύθμενος < ἀ- στερητικό + (πυθμήν) πυθμεν- + -ος, δηλαδή χωρίς πάτο, χωρίς βάση)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύθμενοςαπύθμενηαπύθμενο
Γενικήαπύθμενουαπύθμενηςαπύθμενου
Αιτιατικήαπύθμενοαπύθμενηαπύθμενο
Κλητικήαπύθμενεαπύθμενηαπύθμενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύθμενοιαπύθμενεςαπύθμενα
Γενικήαπύθμενωναπύθμενωναπύθμενων
Αιτιατικήαπύθμενουςαπύθμενεςαπύθμενα
Κλητικήαπύθμενοιαπύθμενεςαπύθμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →