Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απύλωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει πύλη Βικιλεξικό
  2. που φλυαρεί συνεχώς για να κακολογήσει ή που βωμολοχεί συνεχώς Βικιλεξικό
    • Aυτός έχει απύλωτο στόμα
    • Εβρισε ο απύλωτος,
    • όπως συνήθως, πάλι,
    • αλλά ετούτη τη φορά
    • ...«με γειά του» και «χαλάλι»,
    • αφού είναι αποκριές
    • κι έχουμε καρναβάλι!
    • (Εφημερίδα Ριζοσπάστης, Μασκαραλίκια, 24/2/2000 https://www.rizospastis.gr/story.do?id=142755)

Ετυμολογία

απύλωτος < αρχαία ελληνική ἀπύλωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύλωτοςαπύλωτηαπύλωτο
Γενικήαπύλωτουαπύλωτηςαπύλωτου
Αιτιατικήαπύλωτοαπύλωτηαπύλωτο
Κλητικήαπύλωτεαπύλωτηαπύλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύλωτοιαπύλωτεςαπύλωτα
Γενικήαπύλωτωναπύλωτωναπύλωτων
Αιτιατικήαπύλωτουςαπύλωτεςαπύλωτα
Κλητικήαπύλωτοιαπύλωτεςαπύλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →