Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απύραυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν έχει πυραύλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απύραυλος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύραυλοςαπύραυληαπύραυλο
Γενικήαπύραυλουαπύραυληςαπύραυλου
Αιτιατικήαπύραυλοαπύραυληαπύραυλο
Κλητικήαπύραυλεαπύραυληαπύραυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύραυλοιαπύραυλεςαπύραυλα
Γενικήαπύραυλωναπύραυλωναπύραυλων
Αιτιατικήαπύραυλουςαπύραυλεςαπύραυλα
Κλητικήαπύραυλοιαπύραυλεςαπύραυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →